διάλειμμα

διάλειμμα, ατος, τό, ([etym.] διαλείπω)
A interstice, gap, Pl.Ti.59b, Arist.PA 680b34, BGU12.31 (ii A.D.); in Music, interval, Arist.Pr.921b10; of Time, Plb.1.66.2; pause,

τὰ δ. τῆς ἐνεργείας D.H.Comp.20

; ἐκ διαλειμμάτων at intervals, Epicur.Ep.3p.64U., Plu.Per.7; esp. of intervals between attacks of fever, Gal.7.414, cf. 427.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάλειμμα — interstice neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάλειμμα — το (AM διάλειμμα, ατος) [διαλείπω] (για χρόνο) προσωρινή παύση, προσωρινή διακοπή, ανάπαυλα νεοελλ. 1. (για σχολεία) διακοπή, ανάπαυλα ανάμεσα σε δύο μαθήματα 2. (σε θέατρο) χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο πράξεις 3. φρ. «κατά διαλείμματα» με… …   Dictionary of Greek

  • διάλειμμα — το η σύντομη διακοπή μιας ενέργειας ή κατάστασης, η ανάπαυλα: Οι μαθητές περιμένουν το διάλειμμα με ανυπομονησία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • .διάλειμμα — [дьялимма] ουσ о. перерыв, пауза, антракт …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαλειμμάτων — διάλειμμα interstice neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείμμασι — διάλειμμα interstice neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείμμασιν — διάλειμμα interstice neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείμματα — διάλειμμα interstice neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείμματι — διάλειμμα interstice neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείμματος — διάλειμμα interstice neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείμματ' — διαλείμματα , διάλειμμα interstice neut nom/voc/acc pl διαλείμματι , διάλειμμα interstice neut dat sg διαλείμματε , διάλειμμα interstice neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.